ΑΓΙΟΣ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ: Μιά χαρισματική προσωπικότητα μέ ἁγιότητα βίου καί τεράστιο φιλανθρωπικό καί κοινωνικό ἔργο, εἰδικά στήν περιοχή τῶν Τρικάλων ἀπʼ ὅπου καταγόταν καί ὅπου εἶχε τήν ἕδρα του καί ὅπου πλέον τιμᾶται ὡς πολιοῦχος.

*********

Ὁ Ἅγιος Βησσαρίων γεννήθηκε στην Πόρτα Παναγιά Τρικάλων γύρω στό 1490, δηλαδή μέσα στά δύσκολα χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς. Καταγόταν ἀπό ἱερατική οἰκογένεια, ἡ ὁποία ἀνέδειξε ἐπισκόπους, μοναχούς καί μοναχές.

Ἀπό μικρό παιδί ἀγαποῦσε τήν Ἐκκλησία καί συχνά πήγαινε κοντά στόν πνευματικό του πατέρα, τόν μητροπολίτη Λαρίσης Μᾶρκο, καί τόν ὑπηρετοῦσε μέ πολλή ταπείνωση καί ὑπακοή. Ἀφοῦ ἔμαθε τά πρῶτα γράμματα καί ἔφτασε σέ κατάλληλη ἡλικία, ὁ ἐνάρετος μητροπολίτης τόν χειροτόνησε διάκονο κι ἔπειτα πρεσβύτερο.

Τό 1517 ἐξελέγη ἐπίσκοπος Ἐλασσῶνος καί Δομενίκου. Δυστυχῶς ὅμως δέν ἔγινε δεκτός ἀπό τούς κατοίκους ἐκείνης τῆς περιοχῆς, οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν σέ διένεξη μέ τήν Μητρόπολη Λαρίσης καί δέν ἤθελαν νά δεχθοῦν ὁποιονδήποτε προερχόταν ἀπό αὐτήν.

Ὁ ταπεινός ἐπίσκοπος Βησσαρίων ὑπέμεινε μέ ὑποδειγματική μακροθυμία τήν περιφρόνηση πού τοῦ ἔγινε καί ἐπέστρεψε στά Τρίκαλα κοντά στόν Γέροντά του Μᾶρκο. Τά τέσσερα χρόνια πού παρέμεινε στά Τρίκαλα τά ἀφιέρωσε σέ ἔργα ἀγάπης καί φιλανθρωπίας.

Ταπεινά κι ἀθόρυβα, χωρίς νά τόν παίρνουν εἴδηση οἱ πολλοί, ἐπισκεπτόταν τή νύκτα πτωχούς καί μοναχικούς ἀσθενεῖς, γιά νά καθίσει δίπλα στό προσκέφαλό τους, νά τούς παρηγορήσει καί νά τούς

ἐνισχύσει. Ἔπλενε τά λερωμένα ροῦχα τους μέ τά ἴδια του τά χέρια καί δέν δίσταζε νά τούς ἐξυπηρετεῖ ἀκόμη καί στίς πιό ταπεινωτικές δουλειές.

Τό 1521 τόν κάλεσαν νά ἀναλάβει τή διαποίμανση τῆς ἐπισκοπῆς Σταγῶν. Ἀλλά καί στή θέση αὐτή δοκίμασε πίκρες καί θλίψεις ἀπό ἄδικες κατηγορίες καί συκοφαντίες, τίς ὁποῖες ἀντιμετώπισε με ἀνεξικακία καί συγχωρητικότητα.

Μετά τό θάνατο τοῦ μητροπολίτη Λαρίσης Μάρκου, σύσσωμος ὁ κλῆρος καί ὁ λαός τῆς Θεσσαλίας ζήτησαν νά ἀναλάβει ὡς διάδοχος τή Μητρόπολη τό ἄξιο πνευματικό του τέκνο, ὁ Βησσαρίων. Καί πράγματι τό 1527 ὁ πολύπαθος ἱεράρχης ἐξελέγη μητροπολίτης – ἀρχιεπίσκοπος Λαρίσης. (Ὁ τίτλος «ἀρχιεπίσκοπος» στή συγκεκριμένη περίπτωση ἀποτελεῖ τιμητικό τίτλο τοῦ μητροπολίτου Λαρίσης καί δεν ἀντιστοιχεῖ στή σημερινή γνωστή σημασία τοῦ ὅρου, πού δηλώνει τόν πρῶτο στήν ἱεραρχία μεταξύ ἐπισκόπων μιᾶς αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας).

Μέ ἕδρα τά Τρίκαλα (ἡ ἕδρα τοῦ μητροπολίτου Λαρίσης ἀπό τά μέσα τοῦ 14ου αἰῶνος ὥς τό 1763 εἶχε μεταφερθεῖ στά Τρίκαλα λόγω δυσκόλων συνθηκῶν στήν τουρκοκρατούμενη Λάρισα), ὁ στοργικός ἐπίσκοπος ἀνέπτυξε ἀξιοθαύμαστη ποιμαντική καί φιλανθρωπική δράση καί ἀνακούφισε τό σκλαβωμένο λαό πού στέναζε κάτω ἀπό τήν ὀθωμανική κυριαρχία. Μέ χρήματα τῆς Ἐκκλησίας ἐξαγόρασε πολλούς χριστιανούς αἰχμαλώτους, ἔθρεψε πτωχούς, περιέθαλψε ἀσθενεῖς.

Παράλληλα ἔκτιζε ναούς ἀλλά καί πρωτοστατοῦσε σέ ἔργα πρωτοποριακά γιά ἐκεῖνα τά δύσκολα χρόνια: ἄνοιξε δρόμους καί κατεσκεύασε γέφυρες, ὅπως αὐτή τοῦ Κοράκου στόν Ἀχελῶο, τοῦ Πορταϊκοῦ καί τῆς Σαρακίνας στόν Πηνειό. Κι ὅλα αὐτά μέ ἀνυπολόγιστους κόπους καί ἔξοδα, μέ ἀπίστευτα ἐμπόδια καί ἀμέτρητους κινδύνους. Ἀποκορύφωμα τῆς δράσεώς του ὑπῆρξε ἡ ἀνέγερση (μεταξύ τῶν ἐτῶν 1527-1535) τῆς περίφημης ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στό Δούσικο.

 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΥΣΙΚΟΥ:
Σέ ἀπόσταση μόλις 5 χλμ. ἀπό τήνκωμόπολη τῆς Πύλης Τρικάλων, στίς καταπράσινες πλαγιές τοῦ Κόζιακα, σέ ὑψόμετρο 700 μ. καί μέ ἀπέραντη θέα πρός τόν θεσσαλικό κάμπο ὑψώνεται μεγαλόπρεπα ἡ Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος Δουσίκου.

Συνιδρυτής τῆς νέας Μονῆς ὑπήρξε καί ὁ ἀδελφός τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος, Ἰγνάτιος, ἐπίσκοπος Καππούας καί Φαναρίου, ὁ δέ ἀνεψιός τους Νεόφυτος, μητροπολίτης Λαρίσης, ἔκανε σημαντικές προσθῆκες κατά τά ἔτη 1550–1568. Στό σημεῖο ἀνοικοδομήσως ὑπῆρχαν ἐρείπια βυζαντινοῦ μοναστηρίου τοῦ 13ου αἰώνος. Οἱ διαστάσεις τοῦ κτηριακοῦ συγκροτήματος, μέ τούς προεξέχοντες ἐξώστες καί τίς πολεμίστρες, ἔχουν φρουριακό χαρακτῆρα. Ἡ εἴσοδος, ὡς τό 1962, γιά λόγους ἀσφαλείας, γινόταν μέ ἀνεμόσκαλα καί δίχτυ («βριζόνι»). Ἀπό τό 1962 γίνεται μέσω τῆς πύλης πού ἀνοίχθηκε στή δυτική ἄκρη τῆς νοτίας πλευρᾶς τῆς Μονῆς.

Τό καθολικό (=ὁ κεντρικός ἱερός ναός) ὑψώνεται ἐπιβλητικό στό κέντρο τῆς ἐσωτερικῆς αὐλῆς. Κτίσθηκε ἀπό τόν ἀνεψιό τοῦ ἁγίου Βησσαρίωνος, τόν Λαρίσης Νεόφυτο. Βυζαντινοῦ ρυθμοῦ μέ χορούς, κατά τόν ἁγιορειτικό τύπο, λιτή καί τρεῖς τρούλλους καί τοιχογραφήθηκε ἀπό τόν Κωνσταντινοπολίτη ἁγιογράφο Τζώρτζη (1557). Ναός εὐρύχωρος, ὑψηλός, μέ ἐπιμελημένη ἀπό πωρόλιθο τοιχοδομία, τυφλά τόξα καί κεραμοπλαστικό διάκοσμο, ἐπιτυγχάνει μέ τή μορφολογία του τήν ἐξαϋλωση τοῦ χώρου καί τήν ψυχική ἀνάβαση τῶν πιστῶν. Τό εἰκονογραφικό πρόγραμμα τοῦ καθολικοῦ εἶναι πιστό στόν ἰδεαλισμό τῆς βυζαντινῆς ζωγραφικῆς καί ἰεραρχεῖται μέ βάση τό δόγμα καί τήν ὀρθόδοξη λατρεία. Διατηρεῖται σέ ἄριστη κατάσταση καί ἐξαιτίας τῶν μεγάλων ἐπιφανειῶν πού καλύπτει, παρουσιάζει πλούσια καί πολύπρόσωπη θεματογραφία.

Τό τέμπλο εἶναι ξυλόγλυπτο, ἔργο καλλιτεχνῶν ἀπό τούς Λινοτόπους. Κατάσκευάσθηκε τό 1767 καί κοσμεῖται ἀπό πρόσωπα ἀγγέλων καί παραστάσεις ἀπό τό φυτικό καί ζωικό βασίλειο. Ἐκτείνεται σέ μεγάλο ὕψος καί ἐπιχρυσώθηκε τό 1813. Τῆς ἴδιας τέχνης εἶναι ὁ δεσποτικός θρόνος καί τά δύο προσκυνητάρια, ἐνῶ οἱ φορητές εἰκόνες ἀνάγονται σέ διάφορες χρονικές περιόδους.

Στή μακρά περίοδο τῆς τουρκικῆς δουλείας ἡ Μονή Δουσίκου ἀπετέλεσε ὄχι μόνο ἐργαστήριο ἀγγελικῆς πολιτείας, ἀλλά καί σπουδαῖο κέντρο κοινωνικοῦ καί πολιτιστικοῦ βίου στή δυτική Θεσσαλία καί τήν Ἠπειρο, καθώς καί κοιτίδα τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων τοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων. Εἶχε ὀργανώσει ἐργαστήριο ἀντιγραφῆς κωδίκων καί βιβλιοδεσίας, πλαισιωμένο ἀπό πλειάδα ἀρίστων κωδικογράφων καί παρήγαγε πλῆθος χειρογράφων πού ἐμπλουτίζουν καί κοσμοῦν σήμερα πολλές βιβλιοθῆκες στήν Ἑλλάδα καί στό ἐξωτερικό.

Ἐξαιτίας τῆς ἐθνικῆς δράσεώς της ἔγινε ἐπανειλημμένως ὁ στόχος τῶν κατακτητῶν: τό 1771 λεηλατήθηκε ἀπό 5.000 τουρκαλβανούς, τό 1820 ἐπίσης. Τό 1823 σώθηκε, ὡς ἐκ θαύματος, ἀπό τήν πρωτοφανῆ ἀγριότητα τοῦ τουρκαλβανοῦ «μουσελίμη» τῶν Τρικάλων Σούλτζια Κόρτζα, ἀρκετοί μοναχοί ὄμως θανατώθηκαν καί ἐσυλήθη τό ταμεῖο της. Παρά τά δεινά, τό 1858 ἐπί ἡγουμενίας τοῦ ἀρχιμανδρίτου Κυπριανοῦ, ἀνέλαβε ὑπό τήν προστασία καί τή διοίκησή της τήν ἑλληνική Σχολή Τρικάλων καί ἱδρυσε ἰατρεῖο γιά τούς ἀπόρους ἀσθενεῖς τῆς περιοχῆς. Τό 1943 βομβαρδίστηκε μέ πυροβολικό ἀπό τούς Ἰταλούς καί λίγο ἀργότερα καί ἀπό τούς Γερμανούς, χωρίς νά ὑποστεῖ σημαντική καταστροφή.

Ἀπό τήν πλουσιωτάτη βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς 532 χειρόγραφα, πολλά τῶν ὁποίων περγαμηνά, μεταφέρθηκαν πρός φύλαξη στήν Ἐθνική Βιβλιοθήκη (Ἀθήνα). Σήμερα ἐναπόκεινται ἀρκετά ἔντυπα βιβλία, παλαίτυπα καί νεότερα καί λίγα χειρόγραφα. Μεταξύ τῶν ἱ. λειψάνων πού φυλάσσονται στήν Μονή περιλαμβάνονται ἡ κάρα καί ἡ σιαγών τοῦ Ἁγίου κτίτορος Βησσαρίωνος, ἡ κάρα τοῦ νεομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ ἐξ Ἀγράφων καί ἄλλων ἁγίων.

Ἡ ἐντολή τοῦ κτίτορος Ἁγίου, διατυπωμένη στή διαθήκη του, ἰσχύει μέχρι σήμερα γιά τό ἄβατο τῶν γυναικῶν στή Μονή. Ἔτσι, ἐκτός τῆς Μονῆς ἀνηγέρθη Ἱερός Ναός τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος, πρός λατρευτική χρήση καί προσκύνηση τῶν γυναικῶν, τοῦ ὁποίου τά Θυρανοίξια ἐτελέσθησαν τήν 11η Σεπτεμβρίου 2003.

Ἡ Ἱερά Μονή Δουσίκου πανηγυρίζει τήν 6ην Αὐγούστου (Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτήρος) καί τήν 15ην Σεπτεμβρίου (μνήμη Ἁγίου Βησσαρίωνος).

Πέντε χρόνια μετά τήν ἀποπεράτωση τῆς Μονῆς ὁ Ἅγιος ἀρρώστησε βαριά. Ἄν καί ἦταν μόλις 50 ἐτῶν, ὁ ὀργανισμός του εἶχε ἐξαντληθεῖ ἀπό τίς συνεχεῖς περιπέτειες καί τήν ἀσταμάτητη δραστηριότητά του πρός ὠφέλειαν τοῦ ποιμνίου του.

Ὅταν προαισθάνθηκε ὅτι πλησιάζει τό τέλος του, κάλεσε κοντά του τούς κληρικούς καί μοναχούς τῆς ἐπαρχίας του, τούς ἔδωσε τίς τελευταῖες συμβουλές του καί παρέδωσε εἰρηνικῶς τήν ψυχή του στόν Κύριο στίς 13 Σεπτεμβρίου 1540.

Ἐνταφιάστηκε στό κοιμητήριο τῆς ἱερᾶς Μονῆς, ἀλλά δυστυχῶς κάποιος Ἀγαρηνός ἔκλεψε τό ἱερό του λείψανο. Σώθηκε ὅμως, μέ θαυμαστό τρόπο, ἡ τιμία κάρα του, ἡ ὁποία φυλάσσεται στό μοναστήρι τοῦ Δουσίκου, τό ὁποῖο πλέον εἶναι γνωστό καί τιμᾶται στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος καί ἀκτινοβολεῖ πνευματικά στήν περιοχή.

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου (15 Σεπτεμβρίου) ἑορτάζεται μέ ἰδιαίτερη λαμπρότητα στό μοναστήρι του ἀλλά καί στόν τόπο καταγωγῆς του, τήν Πύλη Τρικάλων. Τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς γίνεται λιτανεία μέ τήν τιμία κάρα τοῦ Ἁγίου καί στήν Καλαμπάκα. Στά Τρίκαλα μεταφέρεται ἡ τιμία κάρα τήν Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος καί τότε τελεῖται πανηγυρικά ἡ ἑορτή τοῦ πολιούχου μέ ἐπίκεντρο τον περίλαμπρο ἱερό προσκυνηματικό Ναό πού ἔχει ἀνεγερθεῖ πρός τιμήν του. Στή Λάρισα ἐπίσης τιμᾶται ὡς συμπολιοῦχος. Ἡ μνήμη του τιμᾶται γενικότερα στήν Θεσσαλία, στήν Ἤπειρο, στήν Δυτική Μακεδονία καθώς καί στίς παραδουνάβιες χῶρες.

Ἀναρίθμητα εἶναι τά θαύματα πού ἐπιτέλεσε καί ἐπιτελεῖ ἡ τιμία κάρα τοῦ Ἁγίου, ὄχι μόνο στήν περιοχή τῶν Τρικάλων ἀλλά καί σέ ἄλλες περιοχές, ὅπως στή Φιλιππιάδα Πρεβέζης, στήν πόλη τῆς Λευκάδος καί στό Μεγανήσι Λευκάδος, ὅπου τιμᾶται ἐπίσης ὡς προστάτης καί πολιοῦχος. Οἱ πρεσβεῖες του στόν φιλάνθρωπο Κύριο ἔσωσαν τίς πόλεις αὐτές ἀπό ἐπιδημίες ἀλλά καί καταστροφές στίς γεωργικές καλλιέργειες (π.χ. ἀκρίδες). Σέ ἄλλη περίπτωση ἀνομβρίας, μόλις ἔγινε λιτάνευση τῆς κάρας τοῦ Ἁγίου ἀμέσως ἄρχισε καταρρακτώδης βροχή!

Τόν Αὔγουστο τοῦ 1743 ὁ ἱερομόναχος Ματθαῖος μετέφερε τήν ἁγία Κάρα στή Λευκάδα, ἡ ὁποία ἐμαστίζετο ἀπό τή φοβερή ἐπιδημία τῆς «εὐλογιᾶς» (πανώλους ἤ πανούκλας). Μέ τήν παρέμβαση τοῦ Ἁγίου, οἱ Λευκάδιοι σώθηκαν ἀπό τή λοιμώδη ἀσθένεια καί ἔκτισαν Ναό πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου, στήν πόλη τῆς Λευκάδος καί μάλιστα στό χῶρο ὅπου προηγουμένως εἶχε στηθεῖ τό λοιμοκαθαρτήριο. Μέχρι σήμερα ἡ περιοχή (συνοικία) ἐκείνη ὁνομάζεται «Ἁγία Κάρα».

Ὅταν -καί πάλι- στά τέλη τοῦ δεκάτου ἐννάτου καί ἀρχές τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἡ ἐπιδημία τῆς «εὐλογιᾶς» θέριζε τούς ἀνθρώπους στό Βαθύ Μεγανησίου Λευκάδος, μετέφεραν τήν ἁγία Κάρα τοῦ ἁγίου Βησσαρίωνος ἀπό τήν ἱερά Μονή Δουσίκου, στό Μεγανήσι. Ἔγιναν δεήσεις καί ἐνικήθη θαυματουργικῶς ἡ ἀσθένεια. Γιά νά τιμήσουν οἱ χριστιανοί τόν Ἅγιο ἐτοποθέτησαν Εἰκόνα Του στόν Ἱερό Ναό τῶν ἁγίων Ἀποστόλων Κατωμερίου καί κατά τό ἔτος 1910 ἄρχισαν νά κτίζουν πρός τιμήν Του τήν Ἐκκλησία στό Βαθύ. Ἔκτοτε μεταφέρθηκε κι ἄλλες φορές γιά προσκύνημα ἡ τιμία Κάρα τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος στό Μεγανήσι, μέ τελευταῖα τόν Αὔγουστο τοῦ 2018!

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓ. ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΟΣ ΜΕΓΑΝΗΣΙΟΥ: Ὁ Ἱερός Ναός τοῦ Ἁγ. Βησσαρίωνος στό Βαθύ Μεγανησίου εἶναι ἀπλή μονόκλιτη βασιλική. Στή δυτική ἐξωτερική πλευρά τοῦ  Ναοῦβρίσκεται τό καμπαναριό, κτίσμα τοῦ ἔτους 1996. Ὁ Ναός ἐσωτερικά διαιρεῖται – ὅπως οἱ ὀρθόδοξοι ναοί- σέ δύο μέρη: τό Ἅγιον Βῆμα καί τόν κυρίως Ναό. Τό Ἅγιον Βῆμα χωρίζεται ἀπό τόν ὑπόλοιπο Ναό μέ ξυλόγλυπτο ἐπιχρυσωμένο (μερικῶς) τέμπλο, νέοκλασσικοῦ ρυθμοῦ, ἔργο τοῦ Ἰωάννου Βρεττοῦ, κατασκευασμένο τό ἔτος 1921. Σύγχρονος εἶναι καί ὁ γυναικωνίτης, ἔργο κι’ αὐτός τοῦ ἰδίου τεχνίτη. Οἱ τρεῖς δεσποτικές εἰκόνες τοῦ τέμπλου (Χριστοῦ, Παναγίας, Προδρόμου) προέρχονται ἀπό τό παλαιότερο τέμπλο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φανερωμένης Λευκάδος. Ἡ τέταρτη (ὁ ἅγιος Βησσαρίων) εἶναι ἔργο τῆς Οὐρανίας Γαζῆ). Οἱ ὑπόλοιπες εἰκόνες τοῦ τέμπλου εἶναι –κατά προφορική παράδοση- ἔργα κάποιου Παρασκευᾶ πρόσφυγα. Στήν ὀροφή βρίσκονται ἔργα τοῦ αὐτοδίδακτου ζωγράφου Εὐσταθίου Ἀργύρη.

Ὁ Ναός εἶναι ἐνοριακός καί ὑπάγεται στήν Ἱερά Μητρόπολη Λευκάδος καί Ἰθάκης. Σ’ αὐτόν ἀνῆκουν ὡς παρεκκλήσια, οἱ Ἱεροί Ναοί τοῦ Ἁγίου Κωνσταντῖνου (στό κοιμητήριο Βαθέος), τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου καί τῆς Παναγίας Ἐλεούσης Βαθέος, ἐκατέρωθεν τοῦ λιμένος Βαθέος.

❖❖❖❖❖

Ὅλη ἡ ζωή τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος ἦταν μιά ἀγκαλιά γεμάτη ἀγάπη, συγχωρητικότητα καί προσφορά πρός τόν συνάνθρωπο. Αὐτή ἡ ἀγάπη του, πού ξεχειλίζει διαρκῶς καί μέ τά θαύματά του συνεχίζει νά εὐεργετεῖ τόν τόπο μας, ἄς μᾶς συγκινήσει κι ἄς μᾶς ἐμπνεύσει. Ὁ κόσμος ἔχει ἀνάγκη ἀπό μιά ζεστή ἀγκαλιά. Τήν ἀγκαλιά τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀνοίγεται πρός ὅλους καί ἐκδηλώνει πλούσια τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ!

Κείμενο – διασκευή : ἱερεύς π. Εὐάγγελος Ἀρώνης – ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Βησσαρίωνοις Βαθέος – Μεγανησίου [Λευκάδος]

Ἅγιος Βησσαρίων : “Τό σεμνό καύχημα τῆς Ἐκκλησίας” (15 Σεπτεμβρίου).