Με την παρουσία της ΠτΔ κ. Κατερίνας Σακελλαροπούλου, του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου και εκπροσώπων από σχεδόν όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες πραγματοποιήθηκε η έναρξη του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου του Περιοδικού Θεολογία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Το Συνέδριο με κεντρικό θέμα: «Η ορθόδοξη Θεολογία εν πορεία στην “άυλη πραγματικότητα” της ύστερης νεωτερικότητας», το οποίο διοργανώνεται με αφορμή την συμπλήρωση 100 ετών από την ίδρυση του εν λόγω Περιοδικού, άρχισε τις εργασίες του στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αθηνών, το απόγευμα της Τετάρτης 11 Οκτωβρίου.
Παρέστησαν, κατόπιν προσκλήσεως της Ιεράς Συνόδου και του Προέδρου Αυτής, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, η Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κατερίνα Σακελλαροπούλου, ο Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου κ. Γεώργιος, ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κ. Αναστάσιος, ο Μητροπολίτης Ναυκράτιδος κ. Παντελεήμων, ο οποίος αντιπροσώπευσε τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας κ. Θεόδωρο, ο Μητροπολίτης Βερροίας και Αλεξανδρέττας (Χαλέπι) κ. Εφραίμ και ο Θεοφ. Επίσκοπος Σελευκείας κ. Ρωμανός, ως εκπρόσωποι του Πατριαρχείου Αντιοχείας, ο Αρχιεπίσκοπος Ανθηδώνος κ. Νεκτάριος, μετά του εν Αθήναις Εξάρχου του Παναγίου Τάφου Πανοσιολ. Αρχιμ. Ραφαήλ Γρίβα, ως εκπρόσωποι του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Την Εκκλησία της Σερβίας και τον Πατριάρχη Σερβίας κ. Πορφύριο εκπροσώπησε ο Πανιερώτατος Επίσκοπος Μπρανιτσέβου κ. Ιγνάτιος. Την Εκκλησία της Ρουμανίας και την Α.Μ. τον Πατριάρχη Ρουμανίας κ. Δανιήλ εκπροσώπησε ο Αρχιεπίσκοπος Μπουζαίου και Βραντσέας κ. Κυπριανός και ο Αιδεσιμολ. π. Γεώργιος Holbea. Την Εκκλησία της Βουλγαρίας και τον Πατριάρχη Βουλγαρίας κ. Νεόφυτο εκπροσώπησε ο Μητροπολίτης Βράτσης κ. Γρηγόριος, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μπελογκραντσίκ (Λευκουπόλεως) κ. Πολύκαρπος και ο Ιερολ. Διάκονος Simeon Borisov Ivaylov. Την Εκκλησία της Γεωργίας και την Α.Μ. τον Αρχιεπίσκοπο Μιτσχέτης και Καθολικό Πατριάρχη πάσης Ιβηρίας (Γεωργίας) κ. Ηλία εκπροσώπησε ο Μητροπολίτης Αχαλτσίχε και Ταο-Κλαρτζέτι κ. Θεόδωρος (Τσουάτζε), ο Σεβ. Μητροπολίτης Γκόρι και Ατένι κ. Ανδρέας (Γβαζάβα) και ο Αιδεσιμολ. Πρωτοπρεσβ. Γεώργιος Zviadadze. Την Εκκλησία της Πολωνίας εκπροσώπησαν οι καθηγητές Θεολογίας κ. Jerzy Ostapczuk και Jerzy Betlejko.
Επιπλέον, παρέστησαν οι επικεφαλής των Αυτονόμων Ορθόδοξων Εκκλησιών:
Ο Αρχιεπίσκοπος Ελσιγκίου και πάσης Φιλλανδίας κ. Λέων, μετά του Ιερολ. Διακόνου Andreas Salminen και του ελλογιμ. κ. Jelisei Heikkila.
Ο Μητροπολίτης Ταλλίνης και πάσης Εσθονίας κ. Στέφανος.
Από την Ημιαυτόνομο Εκκλησία της Κρήτης ο Μητροπολίτης Κυδωνίας και Αποκορώνου κ. Δαμασκηνός.
Παρέστησαν, επίσης, ο Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού κ. Κυριάκος Πιερρακάκης, ως εκπρόσωπος του Προέδρου της Ελληνικής Κυβερνήσεως κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, τα Μέλη της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Υπουργοί, η στρατιωτική ηγεσία, Δικαστικές αρχές, Πρέσβεις, εκπρόσωποι ξένων δογμάτων, κλήρος και λαός.
Ο Γραμματέας της Οργανωτικής Επιτροπής του Συνεδρίου και Διευθυντής Συντάξεως του περιοδικού Θεολογία κ. Αλέξανδρος Κατσιάρας στον χαιρετισμό του, μεταξύ άλλων, τόνισε: «Ζούμε σε μια εποχή, που είναι βαθιά υλιστική και όμως μετατρέπει τα πάντα σε άυλες εικόνες. Αυτό δείχνει η συστηματική προώθηση της ασώματης επικοινωνίας. Η ψηφιακή τεχνολογία δημιουργεί ένα εικονικό περιβάλλον, όπου η επικοινωνία προϋποθέτει την ύπαρξη του σώματος, όχι όμως ως παρουσία, αλλά ως εργαλείο. Το σώμα χρησιμεύει απλώς για να χειρίζεται τη μηχανή, διά της οποίας θα συντελεστεί η επικοινωνία. Ο ρόλος του σταματά εκεί. Για παράδειγμα, το Διαδίκτυο, αν και γοητευτικό, είναι κατά βάσιν αντικοινωνικό, σε ό,τι αφορά τη φυσική παρουσία. Γιατί, διευκολύνοντας την άμεση επικοινωνία, διαστρεβλώνει την πραγματικότητα, αφού παρακάμπτει ό,τι πιο ρεαλιστικό, τη φυσική διαμεσολάβηση του υλικότατου ανθρωπίνου σώματος. Η τεχνολογική πρόοδος δίνει την εντύπωση ότι το σώμα μπορεί να υπερβαίνει τα όρια του τόπου και του χρόνου, ταυτόχρονα όμως μας απομακρύνει από την πραγματικότητα ότι είμαστε όντα εν σώματι. Καταλήγουμε να κινούμαστε όσο το δυνατό λιγότερο. Αλλά όσο λιγότερο κινούμαστε, τόσο περισσότερο ξεχνούμε ότι είμαστε όντα με σώμα».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος στον χαιρετισμό του, μεταξύ άλλων, επεσήμανε: «Τό περιoδικόν Θεολογία εἰσέρχεται εἰς τόν δεύτερον αἰῶνα τῆς ζωῆς του, μέ κληρονομίαν καί παρακαταθήκην τήν μέχρι σήμερον ἐπιτυχῆ καί δημιουργικήν πορείαν του, τήν πιστότητα εἰς τήν Ὀρθόδοξον παράδοσιν καί τήν ἐπικαιρικότητα, τήν πεποίθησιν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μόνον πολίτης τοῦ κόσμου, ἀλλά καί «οὐρανοπολίτης», ὄν τό ὁποῖον ἀναζητεῖ ἔσχατον σημεῖον ἀναφορᾶς ἐπέκεινα τῶν ἐγκοσμίων, τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς πολιτικῆς, τῆς ἐπιστήμης, τῆς οἰκονομίας, τῆς ἐπιγείου εὐδαιμονίας. Οὔτε ἡ ἄνοδος τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου, οὔτε ἡ κοινωνική πρόοδος, οὔτε ἡ ἐπιστημονική γνῶσις, καλύπτουν καί ἱκανοποιοῦν πλήρως τόν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ὄντως δέν ζῇ «ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ» (βλ. Ματθ. δ’, 4). Προφανέστατα, ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἡ «μεγάλη δύναμις» τῆς ἐποχῆς μας. Μεγάλη δύναμις εἶναι ὅμως καί ἡ πίστις εἰς Θεόν, ἡ ὁποία ἀπαντᾷ εἰς τά βαθύρριζα ὑπαρξιακά ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως ἔχει εὐστόχως παρατηρηθῆ, ἡ ἰλιγγιώδης πρόοδος τῆς ἐπιστήμης ὀφείλεται εἰς τό γεγονός ὅτι αὐτή παρῃτήθη ἀπό τήν προσπάθειαν νά θέσῃ καί νά ἀπαντήσῃ παρόμοια ἐρωτήματα, τά ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τό κέντρον τῆς φιλοσοφίας καί τῆς θεολογίας (βλ. Carl Friedrich von Weizsäcker, «Gottesfrage und Naturwissenschaften», στό ἔργο τοῦ ἰδίου, Deutlichkeit, München 1981, σελ. 117 – 138, ἐδῶ σελ. 126)».
Ο Παναγιώτατος υπογράμμισε ακόμη: «Ἡ θεματική τοῦ Συνεδρίου ὑπενθυμίζει εὐστόχως ὅτι ἡ ἀνθρωπότης πορεύεται πρός τήν «ἄϋλη πραγματικότητα τῆς ὕστερης νεωτερικότητας». Ὁ λόγος περί τῆς «ἀΰλου πραγματικότητος» ἀναφέρεται εἰς τό σύνολον τῶν νέων καταστάσεων καί τῶν προκλήσεων, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μέ τήν κυριαρχίαν τοῦ διαδικτύου καί τῶν ἐν γένει ἐπιστημονικῶν καί τεχνολογικῶν ἐξελίξεων εἰς τήν ζωήν μας. Τά φαινόμενα αὐτά ἀλλάζουν τόν τρόπον τοῦ βίου τῶν ἀτόμων καί τῶν λαῶν εἰς ὅλας τάς διαστάσεις του, κατευθύνουν τάς ἐπιθυμίας καί τάς ἀνάγκας μας καί ὁδηγοῦν τήν ἀνθρωπότητα εἰς ἀξιολογικόν ἀναπροσανατολισμόν. Παρά ταῦτα, οὐδείς σώφρων δύναται νά ἀρνηθῇ τά πολλά εὐεργετήματα τῆς τεχνολογίας. Ἀντίστασις εἰς ὡρισμένας τάσεις τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ οὐδόλως σημαίνει συνολικήν ἀπόρριψίν του».
Κατόπιν, η Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κατερίνα Σακελλαροπούλου εξέφρασε τη χαρά της για τη συμμετοχή της στην έναρξη του Συνεδρίου και μιλώντας για το Περιοδικό Θεολογία, τόνισε πως πρόκειται για ένα Περιοδικό, «το οποίο από το 1923, την επαύριον της μικρασιατικής καταστροφής, συνέβαλε τα μέγιστα στην καλλιέργεια της ελληνικής ορθόδοξης θεολογίας, φιλοξενώντας εξαιρετικά ενδιαφέροντα άρθρα, που συνομιλούν με τη σύγχρονη κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα και εμβαθύνουν στα φαινόμενά της. Η ενδιαφέρουσα και επίκαιρη θεματική του περιοδικού – σε μερικά από τα τελευταία τεύχη του οποίου είχα την ευκαιρία να περιηγηθώ, αφού, ψηφιοποιημένα και αναρτημένα στο διαδίκτυο, είναι προσβάσιμα σε όλους – καταδεικνύει ότι η ορθόδοξη θεολογία δεν περιορίζεται στην πατερική δογματική διδασκαλία, αλλά επιχειρεί να αντιμετωπίσει με μια νέα θεολογική σύνθεση τις προκλήσεις του παρόντος, στις οποίες περιλαμβάνονται οι τεχνολογικές εξελίξεις».
Ολοκληρώνοντας τον χαιρετισμό της η Πρόεδρος επεσήμανε: «Βρισκόμαστε, κυριολεκτικά, σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο και μεταβατικό σημείο στην εξέλιξη της ανθρωπότητας. Οι αντινομίες του σύγχρονου πολιτισμού, οι πρωτοφανείς προκλήσεις των καιρών μας, αλλά και η οδύνη που πολλαπλασιάζεται σε πολλά μέρη του κόσμου από τους πολέμους, τη βία, τη βαρβαρότητα, τις ανισότητες, απαιτούν εγρήγορση και δράση. Στο πλαίσιο αυτό, η ορθόδοξη αντίληψη, που βλέπει τον άνθρωπο σε αναφορά με τον Θεό και αντιστρόφως, πλουτίζει το περιεχόμενο του κοινωνικού διαλόγου που αφορά τη σχέση μας με τις νέες τεχνολογίες και τις συνέπειές τους στην καθημερινότητά μας. Με τις σκέψεις αυτές, χαιρετίζω την πρωτοβουλία της Εκκλησίας της Ελλάδος και εύχομαι κάθε επιτυχία στις εργασίες του Συνεδρίου».
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος στον χαιρετισμό του ανέφερε: «Νιώθω ιδιαίτερη συγκίνηση και τιμή, γιατί, με αφορμή το Συνέδριο για τα 100 χρόνια του περιοδικού Θεολογία, συναχθήκαμε επί τω αυτώ από τα πέρατα της οικουμένης. Και όχι τυχαία στον ναό, γιατί για εμάς η Θεολογία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Λατρεία. Μια Λατρεία γεμάτη σύμβολα, που παραπέμπουν σε κάτι πέρα από τον εαυτό τους».
Επίσης, σημείωσε: «Η σημερινή μας σύναξη, πέρα από το εσχατολογικό της νόημα, ενέχει και έναν βαθύ συμβολισμό, που συνδέεται με το περιεχόμενο του Συνεδρίου:
Κατ᾽ αρχάς, επαναφέρει και υπενθυμίζει τη σημασία της κοινωνίας, μέσα στον σύγχρονο κόσμο της εικονικής πραγματικότητας, όπου όλα σχεδόν τελούνται ανώνυμα, απρόσωπα και ασώματα μέσω των μηχανών. Εμείς συναχθήκαμε εδώ, από διαφορετικούς τόπους. Ναι, η τεχνολογία διευκόλυνε τη μετακίνησή μας. Τη χρησιμοποιήσαμε ως μέσο, χωρίς να την αφήσουμε να μας υπαγορεύσει τον σκοπό. Και ο σκοπός ήταν η σύναξή μας επί τω αυτώ. Η φυσική παρουσία μας. Και η προσωπική μας επικοινωνία.
Κάπως έτσι οραματίσθηκαν τις μελλοντικές κοινωνίες, οι συγγραφείς που από νωρίς προειδοποιούσαν για τους κινδύνους της αλόγιστης τεχνολογικής ανάπτυξης: η τεχνολογία να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου. Και όχι ο άνθρωπος στην υπηρεσία της τεχνολογίας.
Δυστυχώς, τότε δεν εισακούσθηκαν. Αλλά κι αν είχαν εισακουσθεί, δεν είναι βέβαιον ότι θα υπήρχε αποτέλεσμα. Γιατί, τα πράγματα είχαν κιόλας πάρει μια πορεία. Όλο και πιο μακριά από τον Θεό. Όλο και πιο βαθιά μέσα στον κόσμο. Μόλις άρχισε να ερμηνεύει τα μυστήρια του σύμπαντος, ο άνθρωπος πίστεψε ότι μπορούσε μόνος του, διά της επιστήμης και της έρευνας, να φθάσει στην αλήθεια. Και ότι είχε έλθει επιτέλους η ώρα να φτιάξει μόνος του τον Παράδεισο επί γης. Εδώ και τώρα. Και να μην περιμένει τα έσχατα».
Εν κατακλείδι, ο Αρχιεπίσκοπος επεσήμανε: «Δεν είναι τυχαίο που αποφασίσαμε να οργανώσουμε ένα Συνέδριο με τόσο επίκαιρο και σύγχρονο θέμα. Ελπίζουμε ότι, μέσω αυτού, θα συγκροτηθεί ένας ευρύτερος διάλογος για τα ζητήματα της εποχής μας. Η Εκκλησία καλείται, για άλλη μία φορά, μέσα από τη Θεολογία της, να πει ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε για να ζήσει και όχι για να καταστραφεί. Αυτή η στάση ζωής δημιούργησε τον πολιτισμό. Και στον πολιτισμό, οι απανταχού της γης Ρωμηοί ήταν ηνίοχοι. Ακόμη και στη δική μας ρευστή και μεταβατική εποχή, πιστεύω ότι απομένει μαγιά. Για να δώσει νόημα σ᾽ ένα κόσμο που δεν το αναζητεί απλώς, αλλά το ονειρεύεται έστω και ανεπίγνωστα».
Αμέσως μετά ανέγνωσε την εισήγησή του ο Καθηγητής της Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας και Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Χρυσόστομος Σταμούλης με θέμα: «Από τον υλικό στον άυλο κόσμο: Πώς φτάσαμε ώς εδώ;».
Λίγο πριν από την έναρξη του Συνεδρίου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος πραγματοποίησε εθιμοτυπική επίσκεψη στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών.
Εκ του Γραφείου Τύπου
της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος
———————————————————————————————
Ἐναρκτήριος ὁμιλία τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου
εἰς τό ἐπετειακόν συνέδριον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπί τῇ συμπληρώσει ἑκατονταετίας ἀπό τῆς κυκλοφορήσεως τοῦ Περιοδικοῦ «Θεολογία»
μέ θέμα «Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία ἐν πορείᾳ στήν ῾ἄϋλη πραγματικότητα᾿ τῆς ὕστερης νεωτερικότητας» (11-14 Ὀκτωβρίου 2023)
Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κύριε Ἱερώνυμε, Πρόεδρε τῆς Ὀργανωτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συνεδρίου,
Ἐξοχωτάτη Πρόεδρε τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας,
Μακαριώτατοι ἀδελφοί Προκαθήμενοι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν,
Τιμιώτατοι εκπρόσωποι άλλων αδελφών Εκκλησιών,
Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί λοιποί Ἱεράρχαι,
Ἐξοχώτατοι καί Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν Ἀρχῶν,
Ἐκλεκτοί παρόντες,
Ἐκφράζομεν τάς εὐχαριστίας τῆς ἡμῶν Μετριότητος πρός τόν Πρόεδρον καί τά μέλη τῆς Ὀργανωτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ παρόντος Συνεδρίου διά τήν εὐγενῆ πρόσκλησιν νά ἀπευθύνωμεν χαιρετισμόν κατά τήν ἔναρξιν αὐτοῦ.
Αἰών ὅλος συνεπληρώθη ἀπό τῆς κυκλοφορήσεως τοῦ περιοδικοῦ «Θεολογία», τοῦ παγκοσμίως γνωστοῦ ἐπιστημονικοῦ ὀργάνου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τό περιοδικόν κατέθεσαν τήν θεολογικήν μαρτυρίαν των οἱ ἐπιφανέστεροι ἐκπρόσωποι τῆς Ἱερᾶς Ἐπιστήμης. Εἰς τάς σελίδας του ἀποτυπώνονται αἱ μεγάλαι προκλήσεις, μέ τάς ὁποίας εὑρέθησαν ἀντιμέτωποι ἡ Ἐκκλησία καί ἡ θεολογία ἀπό τό 1923 μέχρι σήμερον, προκλήσεις καί κρίσεις πνευματικαί, ἐκκλησιαστικαί, θρησκειακαί, πολιτισμικαί, αἱ σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἡ Οἰκουμενική Κίνησις, ἡ ἐκκοσμίκευσις, ἡ ἔκρηξις τῆς τεχνολογίας, τό οἰκολογικόν πρόβλημα, ἀξιολογικαί ἀνατροπαί, ριζικαί ἀλλαγαί εἰς τόν χῶρον τῆς παιδείας καί ἄλλα πολλά. Ὅλα αὐτά εἶχον ἀντίκτυπον εἰς τήν θεολογίαν, ἡ ὁποία καλεῖται νά λειτουργῇ διαλεγομένη μέ τά σημεῖα τῶν καιρῶν, διδοῦσα τήν καλήν μαρτυρίαν περί τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας. Ἡ θεολογία τρέφεται ἀπό τάς πηγάς τῆς πίστεώς μας καί τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας, ἀφουγκράζεται τόν παλμόν τοῦ παρόντος καί ὁμιλεῖ πάντοτε ἐστραμμένη πρός τόν ἑκάστοτε σύγχρονον ἄνθρωπον, καταγράφει καί ἀξιοποιεῖ, πέραν τῶν κατά καιρούς προκλήσεων, καί τάς θετικάς προοπτικάς τοῦ πολιτισμοῦ. Ἔχει ὀρθῶς λεχθῆ, ὅτι ἡ θεολογία εἶχε καί ἔχει ἀνάγκην θεολόγων «εὐσεβῶν καί εὐφυῶν», «δεκαθλητῶν γνώσεως, εὐαισθησίας καί προσφορᾶς».
Τό περιoδικόν «Θεολογία» εἰσέρχεται εἰς τόν δεύτερον αἰῶνα τῆς ζωῆς του, μέ κληρονομίαν καί παρακαταθήκην τήν μέχρι σήμερον ἐπιτυχῆ καί δημιουργικήν πορείαν του, τήν πιστότητα εἰς τήν Ὀρθόδοξον παράδοσιν καί τήν ἐπικαιρικότητα, τήν πεποίθησιν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μόνον πολίτης τοῦ κόσμου, ἀλλά καί «οὐρανοπολίτης», ὄν τό ὁποῖον ἀναζητεῖ ἔσχατον σημεῖον ἀναφορᾶς ἐπέκεινα τῶν ἐγκοσμίων, τοῦ πολιτσιμοῦ, τῆς πολιτικῆς, τῆς ἐπιστήμης, τῆς οἰκονομίας, τῆς ἐπιγείου εὐδαιμονίας. Οὔτε ἡ ἄνοδος τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου, οὔτε ἡ κοινωνική πρόοδος, οὔτε ἡ ἐπιστημονική γνῶσις, καλύπτουν καί ἱκανοποιοῦν πλήρως τόν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ὄντως δέν ζῇ «ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ» (βλ. Ματθ. δ’, 4).
Προφανέστατα, ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἡ «μεγάλη δύναμις» τῆς ἐποχῆς μας. Μεγάλη δύναμις εἶναι ὅμως καί ἡ πίστις εἰς Θεόν, ἡ ὁποία ἀπαντᾷ εἰς τά βαθύρριζα ὑπαρξιακά ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως ἔχει εὐστόχως παρατηρηθῇ, ἡ ἰλιγγιώδης πρόοδος τῆς ἐπιστήμης ὀφείλεται εἰς τό γεγονός ὅτι αὐτή παρῃτήθη ἀπό τήν προσπάθειαν νά θέσῃ καί νά ἀπαντήσῃ παρόμοια ἐρωτήματα, τά ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τό κέντρον τῆς φιλοσοφίας καί τῆς θεολογίας (βλ. Carl Friedrich von Weizsäcker, «Gottesfrage und Naturwissenschaften», στό ἔργο τοῦ ἰδίου, Deutlichkeit, München 1981, σελ. 117 – 138, ἐδῶ σελ. 126).
Τό γεγονός βεβαίως ὅτι ἡ ἐπιστήμη δέν ἐνδιαφέρεται δι᾿ αὐτά τά ἐρωτήματα δέν ὡδήγησεν εἰς τήν ἐξαφάνισίν των, οὔτε ἀποτελεῖ ἀπόφανσιν καί κριτήριον διά τήν σημασίαν ἤ τήν ἀσημαντότητά των. Σήμερον μάλιστα, τό θέμα τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς φαίνεται ὅτι εὑρίσκεται εἰς τό κέντρον τῶν ἀναζητήσεων τῶν ἀνθρώπων, γεγονός τό ὁποῖον μαρτυρεῖται καί ἀπό τό φαινόμενον τῆς λεγομένης «ἐπιστροφῆς τοῦ Θεοῦ» καί ἑνός νέου ζωηροῦ ἐνδιαφέροντος διά τήν φιλοσοφίαν. Αὐτό σημαίνει ὅτι πίστις καί γνῶσις, αἱ δύο αὐταί ἐξέχουσαι δυνάμεις τοῦ πνεύματος, δέν εἶναι ἀντίπαλοι, ἀλλά συνεργάται καί ἑταῖροι εἰς τήν διακονίαν τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ θεματική τοῦ Συνεδρίου ὑπενθυμίζει εὐστόχως, ὅτι ἡ ἀνθρωπότης πορεύεται πρός τήν «ἄϋλη πραγματικότητα τῆς ὕστερης νεωτερικότητας». Ὁ λόγος περί τῆς «ἀΰλου πραγματικότητος» ἀναφέρεται εἰς τό σύνολον τῶν νέων καταστάσεων καί τῶν προκλήσεων, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μέ τήν κυριαρχίαν τοῦ διαδικτύου καί τῶν ἐν γένει ἐπιστημονικῶν καί τεχνολογικῶν ἐξελίξεων εἰς τήν ζωήν μας. Τά φαινόμενα αὐτά ἀλλάζουν τόν τρόπον τοῦ βίου τῶν ἀτόμων καί τῶν λαῶν εἰς ὅλας τάς διαστάσεις του, κατευθύνουν τάς ἐπιθυμίας καί τάς ἀνάγκας μας καί ὁδηγοῦν τήν ἀνθρωπότητα εἰς ἀξιολογικόν ἀναπροσανατολισμόν. Παρά ταῦτα, οὐδείς σώφρων δύναται νά ἀρνηθῇ τά πολλά εὐεργετήματα τῆς τεχνολογίας. Ἀντίστασις εἰς ὡρισμένας τάσεις τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ οὐδόλως σημαίνει συνολικήν ἀπόρριψίν του.
Γνωρίζομεν ἅπαντες ὅτι οἱ πολιτισμοί ποτέ δέν εἶναι ὁριστικαί λύσεις τοῦ ἀνθρωπίνου αἰνίγματος. Προφανέστατα, καί ἡ σύγχρονος τεχνολογία καί ἡ ἐπερχομένη «ἄϋλος πραγματικότης» εἶναι μόνον εἷς πολύ σημαντικός σταθμός εἰς τήν ἱστορικήν πορείαν τῆς ἀνθρωπότητος, κεντρικόν ἄξονα τῆς ὁποίας, δι᾽ ἡμᾶς τοῦ χριστιανούς, ἀποτελεῖ «τό πάντων καινῶν καινότατον, τό μόνον καινόν ὑπό τόν ἥλιον», τό μυστήριον τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως. Αὐτό τό πανσωστικόν «ἀεί μυστήριον» ἐκπροσωπεῖ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία καί εἰς τήν ἐποχήν τοῦ «Ἀΰλου», θά προβάλλῃ τήν ὑλικήν διάστασιν τοῦ ἀνθρώπου, θά παραπέμπῃ εἰς τήν ποικιλίαν καί τό κάλλος τῆς δημιουργίας, θά διακηρύττῃ ὅτι ἡ ἀδιαφορία διά τόν ὑλικόν κόσμον δέν ἀποτελεῖ θεολογικῶς ὀρθήν κατανόησιν καί συνέπειαν τῆς «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου» Ἀληθείας τῆς πίστεώς μας. Ἡ Ἀλήθεια αὐτή ἀποτελεῖ πηγήν ἐμπνεύσεως διά τήν ἐν τῷ κόσμῳ ἀναστροφήν μας, ὀξύνει τό αἰσθητήριόν μας διά τό πρακτέον καί προσφέρει ἐρείσματα διά τήν λυσιτελῆ χρῆσιν τῶν ἐπιτευγμάτων τῆς τεχνολογίας.
Ἐν πλήρει βεβαιότητι, ὅτι αἱ εἰσηγήσεις καί αἱ συζητήσεις θά καλύψουν τό εὐρύ φάσμα τῆς θεματικῆς τοῦ Συνεδρίου, κηρύσσομεν τήν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ και ευχόμεθα ἐπιτυχῆ κατά πάντα τήν διεξαγωγήν του.
Ὁ Χριστός ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν!
—————————————————————–
Χαιρετισμὸς
τῆς Α.Μ. τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου Β´
στὴν Τελετὴ Ἔναρξης τοῦ Διεθνοῦς Συνεδρίου γιὰ τὰ 100 χρόνια τοῦ περ. Θεολογία,
Ἱερὸς Μητροπολιτικὸς Ναὸς Ἀθηνῶν, 11.10.2023
Ἐξοχωτάτη κ. Πρόεδρε τῆς Δημοκρατίας
Παναγιώτατε
Μακαριώτατοι
Σεβασμιώτατοι καὶ Ἐλλογιμώτατοι Ἐκπρόσωποι τῶν Ἐκκλησιῶν
Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Νιώθω ἰδιαίτερη συγκίνηση καὶ τιμή, γιατί, μὲ ἀφορμὴ τὸ Συνέδριο γιὰ τὰ 100 χρόνια τοῦ περ. Θεολογία, συναχθήκαμε ἐπὶ τῷ αὐτῷ ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Καὶ ὄχι τυχαῖα στὸν ναό, γιατὶ γιὰ μᾶς Θεολογία εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴ Λατρεία. Μιὰ Λατρεία γεμάτη σύμβολα, ποὺ παραπέμπουν σὲ κάτι πέρα ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους.
Σήμερα, στὸν Ἱερὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ Ἀθηνῶν διὰ τῶν Προκαθημένων τους καὶ τῶν Ἐκπροσώπων τους εἶναι παροῦσες οἱ Ἐκκλησίες: τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Κύπρου, τῆς Ἀλβανίας, τῆς Ἀντιοχείας, τῶν Ἱεροσολύμων, τῆς Σερβίας, τῆς Ρουμανίας, τῆς Βουλγαρίας, τῆς Γεωργίας, τῆς Πολωνίας, οἱ Αὐτόνομες Ἐκκλησίες τῆς Φινλανδίας καὶ τῆς Ἐσθονίας, καὶ ἡ ἡμιαυτόνομη Ἐκκλησία τῆς Κρήτης. Ἐκκλησίες, ποὺ ἔχουν τὴ δική τους σημαντικὴ συνεισφορά. Ἀλλὰ καὶ τὴ δική τους σταυρικὴ πορεία μέσα στὸν χρόνο, ὅπως ἄλλωστε καὶ ὁ Χριστὸς ποὺ τὶς ἵδρυσε. Ἡ σημερινή μας σύναξη, πέρα ἀπὸ τὸ ἐσχατολογικό της νόημα, ἐνέχει καὶ ἕναν βαθὺ συμβολισμό, ποὺ συνδέεται μὲ τὸ περιεχόμενο τοῦ Συνεδρίου: Κατ᾽ ἀρχάς, ἐπαναφέρει καὶ ὑπενθυμίζει τὴ σημασία τῆς κοινωνίας, μέσα στὸν σύγχρονο κόσμο τῆς εἰκονικῆς πραγματικότητας, ὅπου ὅλα σχεδὸν τελοῦνται ἀνώνυμα, ἀπρόσωπα καὶ ἀσώματα μέσῳ τῶν μηχανῶν. Ἐμεῖς συναχθήκαμε ἐδῶ, ἀπὸ διαφορετικοὺς τόπους. Ναί, ἡ τεχνολογία διευκόλυνε τὴ μετακίνησή μας. Τὴ χρησιμοποιήσαμε ὡς μέσο, χωρὶς νὰ τὴν ἀφήσουμε νὰ μᾶς ὑπαγορεύσει τὸν σκοπό. Καὶ ὁ σκοπὸς ἦταν ἡ σύναξή μας ἐπὶ τῷ αὐτῷ. Ἡ φυσικὴ παρουσία μας. Καὶ ἡ προσωπική μας ἐπικοινωνία. Κάπως ἔτσι ὁραματίσθηκαν τὶς μελλοντικὲς κοινωνίες, οἱ συγγραφεῖς ποὺ ἀπὸ νωρίς προειδοποιοῦσαν γιὰ τοὺς κινδύνους τῆς ἀλόγιστης τεχνολογικῆς ἀνάπτυξης: ἡ τεχνολογία νὰ εἶναι στὴν ὑπηρεσία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὄχι ὁ ἄνθρωπος στὴν ὑπηρεσία τῆς τεχνολογίας. Δυστυχῶς, τότε δὲν εἰσακούσθηκαν. Ἀλλὰ κι ἂν εἶχαν εἰσακουσθεῖ, δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ ὑπῆρχε ἀποτέλεσμα. Γιατί, τὰ πράγματα εἶχαν κιόλας πάρει μιὰ πορεία. Ὅλο καὶ πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅλο καὶ πιὸ βαθιὰ μέσα στὸν κόσμο. Μόλις ἄρχισε νὰ ἑρμηνεύει τὰ μυστήρια τοῦ σύμπαντος, ὁ ἄνθρωπος πίστεψε ὅτι μποροῦσε μόνος του, διὰ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ἔρευνας, νὰ φθάσει στὴν ἀλήθεια. Καὶ ὅτι εἶχε ἔλθει ἐπιτέλους ἡ ὥρα νὰ φτιάξει μόνος του τὸν Παράδεισο ἐπὶ γῆς. Ἐδῶ καὶ τώρα. Καὶ νὰ μὴν περιμένει τὰ ἔσχατα. Αὐτὴ ἡ ἐξέλιξη ἦταν εὔλογη. Γιὰ πολλοὺς αἰῶνες, κυρίως στὴ Δύση, τὸ ἀποκλειστικὸ πεδίο ἀναφορᾶς ἦταν ὁ Θεός, μὲ τρόπο ὅμως ὑπερβολικὸ καὶ ἀσύμμετρο. Δηλαδή, ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρά, καλλιεργήθηκε μιὰ ἐσωστρέφεια, μιὰ οἱονεὶ πνευματικότητα, ποὺ ἄφηνε ἀπ᾽ ἔξω τὸν κόσμο καὶ τὴν ὑλικότητα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅμως, τὸ κοσμικὸ πνεῦμα ἰσχυροποιήθηκε ἀκόμη καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ τὰ πάντα νὰ ἀποδίδονται στὴ βούληση τοῦ Θεοῦ – πόλεμοι, ἀνισότητες, καταπίεση. Ἦταν, λοιπόν, ἀναμενόμενο ὅτι ὁ ἄνθρωπος, κάποια στιγμή, θὰ ἀντιδροῦσε. Ἔφθασε, ὅμως, στὸ ἄλλο ἄκρο, ὅπως τὸ ἐκκρεμές. Τὸ κέντρο βάρους μετατοπίστηκε στὸν ἄνθρωπο. Καὶ ὁ Θεὸς παραγκωνίστηκε σιγά-σιγά στὸ περιθώριο. Περιορίστηκε στὴ σφαῖρα τοῦ ἰδιωτικοῦ. Ὁ ἄνθρωπος πῆρε στὰ χέρια του τὰ ἡνία τῆς τύχης τῆς δικῆς του καὶ τοῦ κόσμου. Διατύπωσε νέες θεωρίες. Γιὰ ἰδανικὲς κοινωνίες ἰσότητας, ἐλευθερίας, εἰρήνης καὶ ἀδελφότητας. Βέβαια, αὐτὲς οἱ κοινωνίες θὰ γίνονταν κάποια στιγμὴ στὸ μέλλον. Ποὺ ὅμως δὲν ἔχει ἔλθει ἀκόμη. Καί, μᾶλλον δὲν θὰ ἔλθει ποτέ. Γιατὶ στὸ ὄνομα αὐτοῦ τοῦ μέλλοντος ἡ ἀνθρωπότητα κατέστρεψε καὶ καταστρέφει τὸν πλανήτη. Κι ἔτσι, ἀπὸ τὸν 18ο αἰῶνα ἀναπτύχθηκε μιὰ κοσμικὴ ἐσχατολογία, ποὺ ὑποστήριζε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία ὁδεύει ἐξελικτικὰ πρὸς τὴν ἰδανικὴ κοινωνία. Ἀλλὰ αὐτὸ παρέμεινε μιὰ ἀνεκπλήρωτη ὑπόσχεση. Ἀπὸ τότε ἀρχίζει μιὰ μεγάλη μεταβατικὴ περίοδος. Συνεχῶς δοκιμάζονται νέα συστήματα πολιτικά, οἰκονομικά, ἰδεολογικά. Καὶ συνεχῶς μεταρρυθμίζονται καὶ ἀναμορφώνονται. Λέγεται ὅτι ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ ρευστότητας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ρευστότητα ὑπῆρχε καὶ στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα. Καὶ στὸν μεσοπόλεμο. Ἐξαιτίας τῆς ἀναζήτησης γιὰ ἕνα σταθερὸ ἔδαφος. Τῆς προσπάθειας νὰ θεραπευθεῖ ἡ ἀσυμμετρία στὴν τοποθέτηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ τὴν κτίση. Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ἀπαντήσει στὰ ζητήματα αὐτά. Γιατὶ οἱ ἀπαντήσεις της δὲν προέρχονται μέσα ἀπὸ τὴν ἱστορία, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ἔσχατα. Ὅλος ὁ λειτουργικὸς πλοῦτος τῆς Ἐκκλησίας προβάλλει αὐτὸ τὸ ὅραμα καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας. Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ἀποφασίσαμε νὰ ὀργανώσουμε ἕνα Συνέδριο μὲ τόσο ἐπίκαιρο καὶ σύγχρονο θέμα. Ἐλπίζουμε ὅτι, μέσῳ αὐτοῦ, θὰ συγκροτηθεῖ ἕνας εὐρύτερος διάλογος γιὰ τὰ ζητήματα τῆς ἐποχῆς μας. Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται, γιὰ ἄλλη μία φορά, μέσα ἀπὸ τὴ θεολογία της, νὰ πεῖ ὅτι ὁ κόσμος δημιουργήθηκε γιὰ νὰ ζήσει καὶ ὄχι γιὰ νὰ καταστραφεῖ. Αὐτὴ ἡ στάση ζωῆς δημιούργησε τὸν πολιτισμό. Καὶ στὸν πολιτισμό, οἱ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς Ρωμηοὶ ἦταν ἡνίοχοι. Ἀκόμη καὶ στὴ δική μας ρευστὴ καὶ μεταβατικὴ ἐποχή, πιστεύω ὅτι ἀπομένει μαγιά. Γιὰ νὰ δώσει νόημα σ᾽ ἕνα κόσμο ποὺ δὲν τὸ ἀναζητεῖ ἁπλῶς, ἀλλὰ τὸ ὀνειρεύεται ἔστω καὶ ἀνεπίγνωστα.
Εὔχομαι ἡ σημερινή μας σύναξη ἀλλὰ καὶ τὸ Συνέδριο, ποὺ ξεκινᾶ ἀπόψε, νὰ εἶναι ἡ ἀρχή. Θέλω νὰ εὐχαριστήσω τοὺς Προκαθημένους καὶ τοὺς Ἐκπροσώπους τῶν Ἐκκλησιῶν, καθὼς καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς ὁμιλητὲς ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμο, ποὺ ἀνταποκρίθηκαν στὴν πρόσκλησή μας. Καὶ ἐπίσης νὰ ἐξάρω τὴ συμβολὴ τῆς Πολιτείας καὶ ἰδιαιτέρως τῆς Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ὅλων ἐκείνων ποὺ συνετέλεσαν νὰ εἴμαστε ἀπόψε ἐδῶ.
———————————————————
Χαιρετισμός της Προέδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου
στην έναρξη του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου «Η Ορθόδοξη Θεολογία εν πορεία στην “άυλη πραγματικότητα” της ύστερης νεωτερικότητας»
Με χαρά συμμετέχω στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο, το οποίο διοργανώνεται από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυση και συνεχή κυκλοφορία του επιστημονικού περιοδικού Θεολογία. Ενός περιοδικού το οποίο από το 1923, την επαύριον της μικρασιατικής καταστροφής, συνέβαλε τα μέγιστα στην καλλιέργεια της ελληνικής ορθόδοξης θεολογίας, φιλοξενώντας εξαιρετικά ενδιαφέροντα άρθρα που συνομιλούν με τη σύγχρονη κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα και εμβαθύνουν στα φαινόμενά της. Η ενδιαφέρουσα και επίκαιρη θεματική του περιοδικού – σε μερικά από τα τελευταία τεύχη του οποίου είχα την ευκαιρία να περιηγηθώ, αφού, ψηφιοποιημένα και αναρτημένα στο διαδίκτυο, είναι προσβάσιμα σε όλους – καταδεικνύει ότι η ορθόδοξη θεολογία δεν περιορίζεται στην πατερική δογματική διδασκαλία, αλλά επιχειρεί να αντιμετωπίσει με μια νέα θεολογική σύνθεση τις προκλήσεις του παρόντος, στις οποίες περιλαμβάνονται οι τεχνολογικές εξελίξεις.
Σε μια εποχή ρευστή, ασταθή, απρόβλεπτη, που δοκιμάζει τις βεβαιότητες του ανθρώπου, σε ένα περιβάλλον που κατακλύζεται από πληροφοριακά συστήματα και δίκτυα επικοινωνιών, το Συνέδριο που ξεκινά σήμερα και στο οποίο θα επιχειρηθεί να διερευνηθούν, με κριτική ματιά, οι τάσεις και οι αντιστάσεις του καιρού μας απέναντι στην ορμητική πρόοδο της τεχνολογίας σε συνάρτηση με τη διαρκή αναζήτηση της αυτογνωσίας του ανθρώπου, έχει εξαιρετική σημασία.
Αδιαμφισβήτητο είναι ότι η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν ευεργετικά αποτελέσματα στη ζωή μας. Τα πληροφοριακά συστήματα, τα δίκτυα επικοινωνιών, η τεχνητή νοημοσύνη, η βιοπληροφορική, οι κβαντικές εφαρμογές, η νανοτεχνολογία, οι τεχνολογίες στην ιατρική και τη βιολογία είναι μερικά μόνον από τα επιτεύγματα που καθιστούν την καθημερινότητα καλύτερη, σε σημείο που είναι αδύνατον πλέον να φανταστούμε την ύπαρξή μας χωρίς αυτά, ενώ το μέλλον φαντάζει λαμπρό και πολλά υποσχόμενο.
Αδιαμφισβήτητη είναι ωστόσο και η διαπίστωση ότι η ανεξέλεγκτη χρήση των νέων τεχνολογιών γεννά νέες εξαρτήσεις και εγκυμονεί κινδύνους, χωρίς απαραίτητα να μας γλυτώνει από παλαιότερους. Η τεχνητή νοημοσύνη, με τις άγνωστες ακόμη και στους δημιουργούς της δυνατότητες, και η ανάπτυξή της με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, προκαλεί ανησυχία σε σχέση με τις ανθρώπινες αξίες, τα δικαιώματα, τις δημοκρατικές μας κατακτήσεις, το ίδιο μας το πολίτευμα· γεγονός που οδηγεί, στις προηγμένες κοινωνίες, σε θέσπιση μέτρων που επιχειρούν να ρυθμίσουν με δεσμευτικούς κανόνες τη χρήση και λειτουργία της, ώστε να μειωθούν, κατά το δυνατόν, τόσο οι προσωπικές όσο και οι κοινωνικές παρενέργειές της.
Η τεχνολογικοποίηση του ανθρώπινου βίου, η δημιουργία μιας εικονικής πραγματικότητας, υποκαθιστά μαζικά το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον και κινδυνεύει να μας αποξενώσει από αυτό. Παράλληλα, σε ολόκληρο τον πλανήτη, οι απανωτές κρίσεις, πολεμικές, γεωπολιτικές, οικονομικές, πολιτικές, υγειονομικές, όπως και η κλιματική αλλαγή και οι καταστροφικές επιπτώσεις τους, εντείνουν τις αβεβαιότητες και βαθαίνουν την υπαρξιακή μας αγωνία.
Βρισκόμαστε, κυριολεκτικά, σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο και μεταβατικό σημείο στην εξέλιξη της ανθρωπότητας. Οι αντινομίες του σύγχρονου πολιτισμού, οι πρωτοφανείς προκλήσεις των καιρών μας, αλλά και η οδύνη που πολλαπλασιάζεται σε πολλά μέρη του κόσμου από τους πολέμους, τη βία, τη βαρβαρότητα, τις ανισότητες, απαιτούν εγρήγορση και δράση.
Στο πλαίσιο αυτό, η ορθόδοξη αντίληψη, που βλέπει τον άνθρωπο σε αναφορά με τον Θεό και αντιστρόφως, πλουτίζει το περιεχόμενο του κοινωνικού διαλόγου που αφορά τη σχέση μας με τις νέες τεχνολογίες και τις συνέπειές τους στην καθημερινότητά μας.
Με τις σκέψεις αυτές, χαιρετίζω την πρωτοβουλία της Εκκλησίας της Ελλάδος και εύχομαι κάθε επιτυχία στις εργασίες του Συνεδρίου.
————————————————————
Εἰσαγωγικὲς σκέψεις τοῦ Ἀλεξάνδρου Κατσιάρα,
Διευθυντοῦ Συντάξεως τοῦ περ. Θεολογία
στὴν τελετὴ ἔναρξης τοῦ Διεθνοῦς Συνεδρίου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου γιὰ τὰ 100 χρόνια τοῦ περ. Θεολογία
(Ἱερὸς Μητροπολιτικὸς Ναὸς Ἀθηνῶν, 11.10.2023)
Ἐξοχωτάτη,
Παναγιώτατε,
Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχή, ποὺ εἶναι βαθιὰ ὑλιστική, κι ὅμως μετατρέπει τὰ πάντα σὲ ἄυλες εἰκόνες. Αὐτὸ δείχνει ἡ συστηματικὴ προώθηση τῆς ἀσώματης ἐπικοινωνίας. Ἡ ψηφιακὴ τεχνολογία δημιουργεῖ ἕνα εἰκονικὸ περιβάλλον, ὅπου ἡ ἐπικοινωνία προϋποθέτει τὴν ὕπαρξη τοῦ σώματος, ὄχι ὅμως ὡς παρουσία, ἀλλὰ ὡς ἐργαλεῖο. Τὸ σῶμα χρησιμεύει ἁπλῶς γιὰ νὰ χειρίζεται τὴ μηχανή, διὰ τῆς ὁποίας θὰ συντελεστεῖ ἡ ἐπικοινωνία. Ὁ ρόλος του σταματᾶ ἐκεῖ.
Γιὰ παράδειγμα, τὸ Διαδίκτυο, ἂν καὶ γοητευτικό, εἶναι κατὰ βάσιν ἀντικοινωνικό, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴ φυσικὴ παρουσία. Γιατί, διευκολύνοντας τὴν ἄμεση ἐπικοινωνία, διαστρεβλώνει τὴν πραγματικότητα, ἀφοῦ παρακάμπτει ὅ,τι πιὸ ρεαλιστικό, τὴ φυσικὴ διαμεσολάβηση τοῦ ὑλικότατου ἀνθρωπίνου σώματος. Ἡ τεχνολογικὴ πρόοδος δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι τὸ σῶμα μπορεῖ νὰ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τοῦ τόπου καὶ τοῦ χρόνου, ταυτόχρονα ὅμως μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν πραγματικότητα ὅτι εἴμαστε ὄντα ἐν σώματι. Καταλήγουμε νὰ κινούμαστε ὅσο τὸ δυνατὸ λιγότερο. Ἀλλὰ ὅσο λιγότερο κινούμαστε, τόσο περισσότερο ξεχνοῦμε ὅτι εἴμαστε ὄντα μὲ σῶμα.
Καί, νομίζουμε ὅτι πλέον μποροῦμε νὰ τὰ κάνουμε ὅλα λὲς καὶ εἴμαστε πανταχοῦ παρόντα πνεύματα. Ἐδῶ ριζώνει ὁ ναρκισσισμὸς καὶ ἡ αὐτοαναφορικότητα.
Ἡ ἄρνηση τοῦ σώματος καὶ κατ᾽ ἀκολουθίαν τῆς ὕλης δὲν εἶναι κάτι καινούργιο. Ὁ Πλάτων τοποθετεῖ τὸ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου ἀποκλειστικὰ στὴν ἄυλη ψυχή. Δὲν ἦταν τυχαία ἡ ἀντίδραση τῶν Ἀθηναίων, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τοὺς μίλησε γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων. Αὐτὸ σχετίζεται, ἐν πολλοῖς, μὲ τὸ ὅτι τὸ σῶμα ὑπενθυμίζει μιὰ ψυχολογικὴ καὶ κυρίως μιὰ ὑπαρξιακὴ πραγματικότητα: ὅτι δὲν ἔχουμε ἔλεγχο στὰ πάντα, πρᾶγμα ποὺ προκαλεῖ τὸν ἄνθρωπο. Τὸ σῶμα μας ἀλλάζει, ἐρήμην τῆς θελήσεώς μας, μέσα ἀπὸ τὶς ἀναπόφευκτες μεταβολὲς τῆς ἡλικίας, ποὺ ξεκινοῦν μὲ τὴ γέννησή μας. Ὁ δὲ θάνατος μᾶς θυμίζει μὲ τὸν πλέον ἀπόλυτο τρόπο ὅτι τὸ σῶμα δὲν μᾶς ἀνήκει. Ὁ φόβος τῆς φθορᾶς, ποὺ ὁδήγησε τὸν Φάουστ στὴν ἀνοίκεια ἀνταλλαγὴ τῆς ψυχῆς του μὲ τὴν αἰώνια νεότητα, εἶναι ἀκόμη πιὸ ἔντονος στὶς μετανεωτερικὲς κοινωνίες. Γι᾽ αὐτό, μέσῳ τῆς καὶ εἰκονικῆς πραγματικότητας προσπαθοῦμε νὰ ζήσουμε τὴ φαντασίωση τῆς παντοδυναμίας, τὴν ὁποία τὸ σῶμα ἀποδομεῖ.
Τὸ σῶμα ἀφηγεῖται μιὰ ἀναπόδραστη ἱστορία: ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ γεννήσουμε τὸν ἑαυτό μας. Προήλθαμε ἀπὸ μιὰ κοινὴ σωματικότητα, ἐκείνη τῆς μητέρας-βρέφους. Εἴμαστε πλάσματα τῆς ἀπόφασης καὶ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ ἄλλου. Καλούμαστε νὰ αὐτονομηθοῦμε, ἀλλὰ ποτὲ δὲν μποροῦμε νὰ διαγράψουμε ὁριστικὰ τὸ ἀποτύπωμα τοῦ ἄλλου.
Ἀπὸ ὅποια ἄποψη κι ἂν προσεγγίσουμε τὸ θέμα –θεολογική, φιλοσοφική, πολιτική, ψυχολογική, κλπ.– ἡ ἀνθρωπότητα παλεύει διαρκῶς νὰ διαχειριστεῖ ὅτι εἴμαστε ἐν σώματι καὶ ἐξαρτημένοι ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ ἄλλου. Τὸ σῶμα καὶ ὁ ἄλλος θέτουν περιορισμούς, ποὺ συντρίβουν ἐν τέλει κάθε φαντασίωση αὐτοδημιουργίας. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἀντιμετωπίζεται μὲ φαντασιώσεις, οὔτε μὲ ἐνδοσκοπήσεις καὶ αὐτοβελτιώσεις. Πῶς εἶναι δυνατόν, μὲ τέτοιους τρόπους ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀντιμετωπίσει τὴ θνητότητά του, θνητὸς ὤν;
Θεολογικά, ὁ ἄνθρωπος φέρει τὸ ἀνεξίτηλο ἀποτύπωμα τοῦ Ἄλλου, ἀφοῦ ἐπλάσθη κατ’ εἰκόνα Θεοῦ. Ἡ ἀποτυχία τοῦ Ἀδὰμ νὰ διαχειριστεῖ αὐτὴν τὴν πρόκληση-πειρασμὸ ἔγινε ἀντιληπτὴ μέσῳ τοῦ σώματός του. Τότε συνετρίβη ἡ φαντασίωση τῆς ἰσοθεΐας.
Αὐτά, μεταξὺ ἄλλων, συνέβαλαν ὥστε ἡ προβληματικὴ τοῦ συνεδρίου νὰ μὴν ἀναλωθεῖ στὴν τετριμμένη συζήτηση περὶ καλῆς καὶ κακῆς χρήσης τῆς τεχνολογίας ποιμαντικοῦ τύπου, καὶ νὰ δομηθεῖ πάνω σὲ μιὰ ἐπισήμανση καὶ τοῦ Ἕλληνα φιλοσόφου Σπύρου Κυριαζόπουλου, ὅτι ἀπὸ τὴ νεωτερικὴ ἐποχὴ ἡ τεχνικὴ δὲν εἶναι μόνο μιὰ ἰδιότητα τοῦ τεχνίτη, ἀλλὰ μιὰ στάση τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στόν κόσμο, ποὺ ὁρίζει τὴ σκέψη καὶ τὴ συμπεριφορά του.
Στὸ πλαίσιο τοῦ Συνεδρίου θὰ διερευνήσουμε πῶς αὐτὴ ἡ στάση ζωῆς ἐπηρεάζει ὄχι μόνο τὴν πολιτική, τοὺς θεσμούς, τὴν κοινωνία, τὰ ἤθη, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὶς θρησκεῖες, τὰ πάντα δηλαδὴ ὅπως τὰ ξέραμε. Καὶ ἂν ἰσχύει ὅτι ἡ τεχνολογία δημιουργεῖ περισσότερα προβλήματα ἀπὸ ὅσα λύνει. Κι ἂν ὅλα αὐτὰ ἔχουν τὴ ρίζα τους στὸν ἀτομικισμό.
Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ μείνει ἀλώβητο, διότι ἡ ἀπο-ιεροποίηση τοῦ κόσμου δὲν περιορίζεται στὶς θρησκεῖες, ἀλλὰ ὁδηγεῖ στὴν ἀκύρωση τοῦ συμβολικοῦ νοήματος ἀκόμη καὶ τῶν κοσμικῶν θεσμῶν, εἰσάγοντας τὴν ἀτομικὴ ἀξία ὡς ἀπόλυτο κριτήριο.
Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία, τὸ σῶμα εἶναι ὅ,τι σπουδαιότερο ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Αὐτὸ ὀνοματίστηκε «Ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Πάντα θὰ τὸ φέρουμε, ἀφοῦ θὰ ἀναστηθεῖ. Καὶ θὰ διηγεῖται τὴ σχέση μας μὲ τὴν ὑλικότητα καὶ τὴν κτιστότητά μας, καὶ ἐν τέλει τὴ σχέση μας μὲ τὸ ἀποτύπωμα τοῦ Ἄλλου, τοῦ Θεοῦ, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασή μας.
Μὲ αὐτὲς τὶς ἐλάχιστες σκέψεις, Παναγιώτατε, παρακαλῶ νὰ κηρύξετε τὴν ἔναρξη τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου καὶ νὰ ἀπευθύνετε χαιρετισμό.
————————————————————






























