Πρός
Τόν Ἱερόν Κλῆρον, τίς Μοναστικές Ἀδελφότητες
καί τόν εὐλογημένον Λαόν
τῆς καθ’ ἡμᾶς Θεοσώστου Ἱερᾶς Μητροπόλεως
«Αὕτη ἡ ἡμέρα ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος
ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ.»
(Ψαλμ. 117,24)
Ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,
Ἀνέστη Χριστός ἐκ νεκρῶν, λύσας θανάτου τά δεσμά. Εἶναι ἡ πλέον χαρμόσυνη εἴδηση, πού ἀκούραστα ἐπαναλαμβάνεται καθημερινά ἀπό τήν Ἁγία μας Ἐκκλησία σ’ αὐτόν τόν κόσμο τῆς ἀδικίας, τῆς ἀσθένειας, τοῦ πόνου καί τοῦ θανάτου. Ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος θριάμβευσε πάνω στόν ἔσχατο ἐχθρό τῆς ἀνθρωπότητος, τόν θάνατο καί γι’ αὐτό οἱ οὐρανοί καί ἡ γῆ, μέ ἀσιγήτους ὕμνους, δοξολογοῦν ἀκατάπαυστα τήν ἄπειρη φιλανθρωπία Του.
Μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἡ ἐξουσία τοῦ θανάτου πάνω στόν ἄνθρωπο καταργήθηκε ὁλοκληρωτικά. Ὁ Ἰησοῦς ἐπίκρανε, ἐσκύλευσε, ἐνέπαιξε, καθῄρεσε, ἐδέσμευσε καί ἐνέκρωσε τό θάνατο. Κατά τήν ἔκφραση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «ὁ θάνατος ῥίψας τὰ ὅπλα γυμνός πρὸς τοὺς πόδας τοῦ Βασιλέως ἔδραμε». Ὁ Ἅδης δέχθηκε τό ἄχραντο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ χωρίς νά γνωρίζει καί ἀπέβαλε ἀπό τά σπλάχνα του μαζί μ’ Αὐτόν καί ὅλους τούς νεκρούς. Ὁ θάνατος δέν ἔχει πιά δύναμη. Γιά τόν πιστό γίνεται ἀρχή «ἄλλης βιωτῆς», τῆς αἰωνίου ἀπαρχῆς. Εἶναι ἡ ἀρχή τῆς Ἀναστάσεως. Μέ τό θάνατο ὁ Θεός δέν τιμωρεῖ ἀσφαλῶς τήν πεσμένη ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά τήν θεραπεύει. Διαλύει τό τραυματισμένο σκεῦος, γιά νά τό καθαρίσει ἀπό τό μολυσμό καί νά τό ἐπαναφέρει στό «ἀρχαῖον κάλλος» διά τῆς Ἀναστάσεως.
Ὅμως μέ ποιές προϋποθέσεις ἐμεῖς δεχόμαστε στόν βίο μας τό μεγάλο γεγονός τῆς Ἀναστάσεως; Ποιά εἶναι τά «τεκμήρια» καί οἱ ἀποδείξεις ὅτι ὁ θρίαμβος τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ καί τό ζωοδόχο φῶς τοῦ Κενοῦ Τάφου τοῦ Σωτῆρος ἐγγίζουν τήν καρδιά μας; Μήπως ψυχρά καί κατά συνήθεια ἑορτάζουμε τό Πάσχα καί ὕστερα πάλιν βυθίζουμε τό εἶναι μας στή σκοτεινή χώρα τῆς ἁμαρτίας καί στήν χωρίς νόημα ὑλιστική ζωή; Μήπως λησμονοῦμε τό χρέος μας πρός Ἐκεῖνον, πού θυσιάσθηκε καί ἀναστήθηκε γιά νά μᾶς σώσει ἀπό τόν θάνατο;
Ἡ μεγαλειώδης νίκη τοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ θανάτου καί τῆς ἁμαρτίας εἶναι πρόσκληση σέ κάθε ἄνθρωπο νά τήν κάνει καί δική του νίκη, ἐδῶ καί τώρα. Εἶναι κάλεσμα νά ζήσουμε τήν παροῦσα ζωή μας ἀλλιῶς, δηλαδή ἀναστάσιμα, ἤ, ἄλλως, ἀγαπητικότερα. Ἡ προοδευτική μας ὡρίμανση στήν ἀγάπη, πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, εἶναι ὁ τρόπος πού μπορεῖ νά μᾶς μεταμορφώσει καί νά ἀλλάξει ριζικά τή ζωή μας. Οἱ πειρασμοί, οἱ θλίψεις, οἱ ἀσθένειες, ἡ φτώχεια, ἀκόμη καί οἱ διωγμοί, ὑπό τό φῶς τῆς ἀγάπης μποροῦν νά γίνουν ἀφορμή ἀνακαλύψεως τοῦ προσώπου τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ. Ἀνακαλύπτοντας τό πρόσωπό Του μαθαίνουμε νά βλέπουμε τούς ἄλλους, ἀκόμη καί τούς ἐχθρούς μας, ὅπως τούς βλέπει ὁ Θεός. Γιατί ὅποιος ἀγαπήσει μέ τόν τρόπο τοῦ Θεοῦ δέν θά πεθάνει ποτέ, θά μείνει γιά πάντα ἐλεύθερος, μακριά ἀπό τήν ἁμαρτία, ζώντας πλέον ἀπό αὐτή τή ζωή τή δική του Ἀνάσταση.
Αὐτό εἶναι τό δῶρο τοῦ ἑκουσίως «νικηθέντος» στό Σταυρό καί
νικήσαντος διά τοῦ Σταυροῦ, Νυμφίου μας, πρός ἐμᾶς τούς ἀδύναμους καί χοϊκούς. Τό δῶρο τῆς ἀπέραντης ζωῆς! Καί, βέβαια, αὐτό τό δῶρο μόνον ὁ Χριστός, ὡς Νυμφίος, μποροῦσε νά προσφέρει σέ ὅλους, πού μᾶς «ἠγάπησε εἰς τέλος» (Ἰωάν. ιγ ́, 1), παρά τό γεγονός ὅτι ἀφρόνως χωρισθήκαμε ἀπ’ Αὐτόν καί Τόν ἐγκαταλείψαμε.
Ἀγαπητοί ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίω,
Εἶναι ἴσως τραγικό καί παράλογο νά μᾶς χαρίζει ὁ Χριστός τήν αἰώνια ζωή καί ἐμεῖς νά θέλουμε νά μένουμε πεθαμένοι. Εἶναι, ἐπίσης, ἀντιφατικό νά γιορτάζουμε κάθε χρόνο πανηγυρικά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καί νά μήν πιστεύουμε ὅτι, ὅπως ὁ Ἴδιος μᾶς ὑποσχέθηκε, θέλει καί μπορεῖ νά μᾶς ἀναστήσει. Ἀκόμη, εἶναι ἀνεξήγητο νά ψάλλουμε ἀμέτρητες φορές ὅτι ἤδη, μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἔχει χαρισθεῖ στούς ἐνοίκους τῶν μνημάτων ἡ ζωή· καί οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς νά μήν εἰσερχόμαστε στήν χαρά τοῦ Κυρίου μας, στήν Ἀναστάσιμη Θεία Λειτουργία, προκειμένου νά εὐχαριστήσουμε Τόν μεγάλο καί μοναδικό εὐεργέτη μας καί νά κοινωνήσουμε μαζί Του, μέσα ἀπό τό κοινό Ἅγιο Ποτήριο, πού παρέχει τό ἀντίδοτο τοῦ θανάτου καί ἀποτελεῖ τήν πηγή τῆς ζωῆς.
Μή λησμονοῦμε λοιπόν ποτέ αὐτήν τήν θεία εὐεργεσία, ἀλλά ἄς εἰσέλθουμε στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, διά τῆς Θείας Λειτουργίας, καί, μέ ἕνα στόμα καί μιά καρδιά, ἄς βροντοφωνάξουμε μαζί μέ τόν ἱερό Χρυσόστομο: «Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος…». Ἄς προσέλθουμε, λοιπόν, στήν ἀναστάσιμη χαρά τοῦ Χριστοῦ μας, καί μέ ἀναμμένες τίς λαμπάδες, ὡς σύμβολο τῆς μετοχῆς μας στή χαρά τοῦ Οὐρανοῦ, ἄς βιώσουμε τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως. Τότε μόνο θά γνωρίσουμε τήν χαρά τῆς ἐλπίδος τῆς μακαρίας αἰωνιότητος ὡς πρόσωπα, ὡς ἔθνος καί ὡς ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη. Αὐτή τήν ἐλπίδα εὔχομαι ἀπό τά βάθη τῆς πατρικῆς καρδιάς μου νά χαρίζῃ σέ ὅλους μας «ὁ ἐγερθείς ὄντως Κύριος».
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ! ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ !
Διάπυρος πρός τόν Ἀναστάντα Χριστόν εὐχέτης ὅλων σας
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΣΑΣ ΠΑΤΕΡΑΣ
† Ὁ Λευκάδος καί Ἰθάκης Θ ε ό φ ι λ ο ς

